-Η αριθμητική της… φιλοδοξίας-
Στις επερχόμενες εκλογές θα συμμετάσχουν, μέχρι στιγμής, δεκαεπτά κόμματα. Δεκαεπτά σχηματισμοί για μια χώρα που μετά βίας αγγίζει το ένα εκατομμύριο κατοίκους, με περίπου 700 υποψήφιους βουλευτές.
Στις τελευταίες αμερικανικές εκλογές συμμετείχαν είκοσι κόμματα, σε μια χώρα 350 εκατομμυρίων, με μόνο 6 απ’ αυτά να λαμβάνουν αξιόλογα ποσοστά.
Στη Γερμανία των 84 εκατομμυρίων, εμφανίστηκαν τριάντα εννέα κόμματα και οκτώ μικροί συνασπισμοί.
Στην Ελλάδα των δέκα εκατομμυρίων, είκοσι πέντε κόμματα.
Στη Ρωσία των 150 εκατομμυρίων, είκοσι έξι.
Με εμάς τι φάση που λεν και τα πιτσιρίκια;
Είμαστε τόσο πιο πολυδιάστατοι ιδεολογικά από όλους αυτούς; Έχουμε τόσο πολλές και διαφορετικές αξίες που δεν συγκλίνουν κάποιοι με κάποιους να συμπράξουν; Ή μήπως δεν θέλουμε να μοιραστούμε την πίτα και επιλέγουμε το μικρό προσωπικό μπαλκονάκι της μοναχικής διεκδίκησης;
Κι αν όντως είμαστε τόσο απαιτητικοί και τόσο βαθιά τοποθετημένοι ιδεολογικά, γιατί τότε η κοινωνική συμμετοχή είναι σχεδόν ανύπαρκτη;
Έχω βρεθεί σε φιλανθρωπικές δράσεις, διαμαρτυρίες, κοινωνικές πρωτοβουλίες. Εκδηλώσεις που αθροιστικά δεν μάζεψαν ούτε 700 ανθρώπους. Κι όμως, τόσοι θα ζητήσουν την ψήφο μας.
Οι περισσότεροι από εκείνους που δίνουν το παρών σε τέτοια γεγονότα δεν διεκδικούν καμία ψήφο. Αντίθετα, όσοι διεκδικούν την ψήφο εμφανίζονται μόνο όταν πρέπει ή όταν υπάρχουν κάμερες. Δωρεάν προβολή – γίνεται να την χάσουμε;
Και έτσι γεννάται μοιραία το ερώτημα:
Σε ποια κοινωνία θέλουν να προσφέρουν και ζητούν την ψήφο μας, όταν οι ίδιοι απουσιάζουν από ό,τι την αφορά πραγματικά;
Ας τελειώνει λοιπόν το παραμύθι περί ανιδιοτελής προσφοράς στην κοινωνία. Η αν θέλουν να το πιπιλίζουν το παραμυθάκι, ας το κάνουν μεταξύ τους.
Υπάρχει ένα απλό –ανεφάρμοστο, αλλά αποκαλυπτικό– τεστ που αποδεικνύει πραγματικά ποιο είναι το κίνητρο των επίδοξων βουλευτάδων:
Τι θα έλεγες ο βουλευτής να πληρωνόταν με τον βασικό μισθό;
Χωρίς παροχές, χωρίς εξωφρενικά έξοδα παραστάσεων, επιδόματα, χωρίς ασυλίες, χωρίς συντάξεις που έρχονται έπειτα από μόνο μία θητεία, την ώρα που ο μέσος πολίτης χρειάζεται… έξι αιώνες για να συνταξιοδοτηθεί.
Θα βλέπαμε την ίδια συμμετοχή; Θα είχαμε την ίδια κάψα για τα κοινά;
Προφανώς και όχι.
Η πολιτική είναι καριέρα – και μάλιστα από τις πιο αποδοτικές. Ενώ θα έπρεπε να είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό. Σε μια κανονική δημοκρατία θα ήταν σχεδόν ύβρις να αντιμετωπίζεται ως επάγγελμα καριερίστα. Αλλά εδώ έχει εξελιχθεί σε επένδυση που ανοίγει πόρτες, κάνει διευκολύνσεις, προσφέρει ασυλίες και παράπλευρες εξουσίες.
Και όλα αυτά δεν χτίστηκαν σε μία νύχτα. Χτίστηκαν με την πάροδο των ετών λιθαράκι λιθαράκι, νομοθέτηση τη νομοθέτηση, προνόμιο το προνόμιο. Κι έφτασαν στο σημείο οι εκπρόσωποι να απολαμβάνουν όσα θα έπρεπε να απολαμβάνει ο πολίτης και να τους παρέχοντας όσα δεν θα έπρεπε να απολαμβάνει κανείς σε μία ευνομούμενη κοινωνία.
Και έχω μία θεωρία που εξηγεί το πως φτάσαμε ως εδώ και θεωρούμε τον παραλογισμό μία κανονικότητα. Μία θεωρία που σκαρφίστηκα ένα βράδυ που δεν με έπαιρνε (ούτε) ο ύπνος.
Τη «θεωρία της λευκής τρίχας».
Αν ένα πρωί ξυπνήσεις και όλα τα μαλλιά σου είναι κατάλευκα, παθαίνεις ένα σοκ. Αν όμως εμφανιστούν τρεις λευκές τρίχες, θα το προσπεράσεις. Οκ έφτασα σαράντα, λογικό είναι. Ουκ πλησιάζει μόνο του.Την επόμενη εβδομάδα θα γίνουν πενήντα οι λευκές τρίχες, αλλά και πάλι δεν σε ταράζει. Το βρίσκεις φυσιολογική εξέλιξη. Σταδιακά, μέσα σε λίγους μήνες, ένα χρόνο, οι γκριζομαύρες αποτελούν την θλιβερά ελάχιστη μειοψηφία αλλά αυτό ήρθε τόσο οργανικά και ομαλά που δεν του δίνεις καν σημασία. Που και που αναπολείς το τότε που δεν είχες καθόλου λευκές τρίχες.
Έτσι έγιναν και τα προνόμια των πολιτικών. Δεν ψηφίστηκαν όλα σε μια μέρα. Ήρθαν λίγο-λίγο, με τρόπο ώστε να φαίνονται «λογικές» μικρές εξελίξεις. Και φτάσαμε στο τέρας που βλέπουμε σήμερα: ένα θεόρατο θηρίο που το ταΐζουμε σαν μικρό κατοικίδιο διότι έτσι το θυμόμαστε.
Κοίτα τον τώρα τον τυρανόσαυρο ρεξ πως έγινε. Σχεδόν μας κρύβει τον ήλιο.
Ο Παπα – Ράτσης






