Μ’ αρέσει πραγματικά αυτή η εποχή, η προεόρτια.
Είναι λες και, όσο πλησιάζει η γέννηση του Χριστούλη, τόσο και κάτι γλυκαίνει μέσα μας — ή τουλάχιστον έτσι μας αρέσει να πιστεύουμε. Λαμπάκια και στολίδια παντού, σπίτια και δρόμοι ντυμένοι με χρυσόσκονη και φωτάκια που τρεμοπαίζουν με σκοπό να ζεστάνουν τις καρδιές μας, ωστόσο κάποιον διαθέτουν καλό θερμοστάτη και δεν γλυκαίνουν με τίποτα. Και έτσι κάπου ανάμεσα στη γιορτινή αυτή μέθη, εκεί που οι άνθρωποι υποτίθεται πως «γαληνεύουν», κάποιοι αποτυγχάνουν: καταφέρνουν και ανάβουν και τα δικά τους λαμπάκια. Όχι τα φωτεινά, τα άλλα — αυτά που ανεβάζουν την πίεση από το μηδέν στο εκατό σε μερικά δευτερόλεπτα. Και εκεί είναι που μαζί με τα λαμπάκια τους έρχονται και τα στολίδια. Τα άλλα, τα εκ του μπινελικόματος.
Κατά τ’ άλλα, η οικουμένη βυθίζεται στην αγάπη και την κατάνυξη.
Σήμερα το πρωί, λοιπόν, σε μια από τις καθιερωμένες επισκέψεις στην υπεραγορά με ανά χείρας την λίστα που μου προμήθευσε η προσωπική μου σύζυγος, πέτυχα τη γιορτινή αγάπη σε live εκτέλεση. Ένας πελάτης, περί τα πρώτα -ήντα, πλησίασε έναν υπάλληλο, έναν νεαρό που κουβαλούσε με δυσκολία μια από εκείνες τις τροχήλατες πλατφόρμες φορτωμένες κούτες σαν βουνό και του έδειξε το κινητό του στο οποίο προφανώς είχε τη φωτογραφία από κάποιο προϊόν και με όλη την ευγένεια που διέθετε, του λέει:
«Πού εν τούτο;»
Ακόμα κι αν ο υπάλληλος απαντούσε με την πρώτη λέξη που θα του ξέφευγε ενστικτωδώς, δεν θα τον αδικούσε κανείς. Αλλά το θέμα ήταν άλλο: ο υπάλληλος ήταν Αφρικανός και τα ελληνικά του δεν ήταν επαρκή και σταθερά για να αποκωδικοποιήσει έναν τόσο… ποιητικό τρόπο επικοινωνίας.
Ο νεαρός προσπάθησε, με την ευγένεια που δεν διέθετε ο κύριος με το κινητό, να βρει κάποιον άλλον να βοηθήσει.
Αλλά ο φίλος μας δεν ήταν απλώς αγενής. Ήταν και ανυπόμονος σε επίπεδο που μόνο η ακράτεια θα τον δικαιολογούσε. Πες μου, διότι προλαβαίνω δεν προλαβαίνω να μην τα κάνω πάνω μου.
«Ε μιλώ σου ρε! Πού θωρείς; Πού εν τούτο;» συνέχισε σε άπταιστα άξεστα.
Ο υπάλληλος ωστόσο είχε ήδη εντοπίσει μια συνάδελφό του και της έκανε νεύμα. Έρχεται η κοπέλα — μάλλον προϊσταμένη, καθώς η στολή της ήταν διαφορετική, με πουκάμισο αντί για μπλούζα — και πριν καν προλάβει να μιλήσει, διαπιστώνω (με καμία έκπληξη) ότι ο φίλος μας θέλει ναι μεν να μάθει «που εν τούτο» αλλά πριν απ’ αυτό ήθελε να μάθει κάτι πολύ πιο σημαντικό:
«Ίντα που τους μαζεύκετε τούτους δαμέ; Αφού Εν ι-ξέρουν να συντύχουν!»
Κάτι βαθιά ανθρώπινο και βαθιά θλιβερό συμβαίνει όταν κάποιος, αντί να ψάχνει ένα προϊόν στο ράφι, αποφασίζει να καταναλώσει έναν άνθρωπο. Η υπάλληλος, με επαγγελματική ψυχραιμία που θα ζήλευε κι ο Άγιος Βασίλης, προσπέρασε το σχόλιο σαν να μην ειπώθηκε ποτέ και τον εξυπηρέτησε. Ο πελάτης πήρε αυτό που ήθελε. Ο υπάλληλος πήρε άλλη μια μικρή δόση καθημερινού ρατσισμού (πράγμα που υποψιάζομαι του συμβαίνει συχνά). Και όλοι εμείς συνεχίσαμε να κυλάμε τα καροτσάκια μας σαν να μην συνέβη τίποτα.
Κι έτσι, με το αστέρι της γέννησης του Ιησού φάρο, να οδηγεί τα βήματά μας προς κάτι όμορφο, όλοι προχωράμε προς τα κει. Ή σχεδόν όλοι. Ή σχεδόν προς κάτι όμορφο.
Ο Παπα – Ράτσης






